Η Κύπρος στο πέρασμα των χρόνων μέχρι σήμερα

Η εισβολή στη μαρτυρική μεγαλόνησο το καλοκαίρι του 1974 άφησε πίσω της οδυνηρές πληγές όχι μόνον για τον Ελληνισμό της Κύπρου αλλά και για ολόκληρο το Έθνος. Γι’ αυτό και το χρέος επιβάλλει να μην λησμονούμε όσα συνέβησαν, όχι μόνο για να αποδίδουμε τιμή σε αυτούς που θυσιάστηκαν και να αντλούμε δυνάμεις από το φρόνημά τους, αλλά και για να διδασκόμαστε από τα λάθη μας.

Έζησα τον ματωμένο και παράφρονα εκείνο Ιούλιο και Αύγουστο του 1974 στην πρώτη γραμμή του πυρός και διασώθηκα από θαύμα. Γι’ αυτό ευχαριστώ και τιμώ την προστάτιδα του Πυροβολικού μας Αγία Βαρβάρα, η οποία ένιωθα πως είχε απλώσει ένα δίχτυ προστασίας για τους στρατιώτες μου και για μένα, σε όλες μας τις κινήσεις μέσα σ’ εκείνο το θανατηφόρο περιβάλλον. Την εικόνα της μου είχε δώσει ο Διοικητής μου, όταν το πρωί της 20ης Ιουλίου 1974 στην Πύλη του Στρατοπέδου μας, μου ανέθετε την πρώτη πολεμική αποστολή για να κινηθώ ανεξάρτητα με τους στρατιώτες μου σ’ έναν προορισμό που δεν γνώριζες αν έχει επιστροφή. Τα λόγια του ηχούν ακόμα στα αυτιά μου: “Δημήτρη καλή τύχη! Η Παναγία να είναι μαζί σας και η Αγία Βαρβάρα προστάτης και οδηγός σας”. Ήταν τα τελευταία λόγια ευθύνης και καρδιάς που άκουσα από το στόμα του, γιατί τρεις ήμερες αργότερα ο ίδιος ταξίδεψε για το Πάνθεο των Ηρώων του Ελληνισμού μετά από ύπουλο κτύπημα των Τουρκικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας,όπως θα περιγράψω στη συνέχεια. Την είχα επάνω μου καθ’ όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων και δεν την έχω αποχωριστεί εδώ και σαράντα τρία χρόνια.

Η Κύπρος από το θέρος του 1974 παραμένει λαβωμένη και ακρωτηριασμένη από τις βαρβαρικές ορδές του σύγχρονου Αττίλα. Από το στρατό μιας χώρας που δηλώνει πως επιθυμεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πολιτισμένων χωρών, σεβόμενη το Διεθνές Δίκαιο και τις ανθρώπινες αξίες. Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, προς δόξα και τιμή όλων των πολιτισμένων λαών και οργανισμών, είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που είναι διαιρεμένη ως αποτέλεσμα της εισβολής και κατοχής.

Θα προσπαθήσω τελείως συνοπτικά να αναφερθώ στην ιστορία της Κύπρου που ανάγεται στα βάθη των αιώνων και φτάνει μέχρι σήμερα:

Η Κύπρος είναι το τρίτο σε μέγεθος μετά τη Σικελία και Σαρδηνία αλλά το πρώτο σε ιστορία και ομορφιά νησί της Μεσογείου. Στη μυθολογία έχει διάφορα ονόματα, όπως Αερία, Μακαρία, Μηονίς, Αμαθουσία και πολλά άλλα. Ο σύγχρονος ποιητής την παρομοιάζει με χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγος.

Η Κύπρος δέσποζε στην αρχαιότητα, διότι σύμφωνα με τη μυθολογία και τον Όμηρο, από τον αφρό της θάλασσάς της ανεδύθη ,με τη βοήθεια της υγρής αύρας του Ζέφυρου, η θεά Αφροδίτη, όπως δηλώνει και το όνομά της. Από εκεί την πήραν οι Ωδές για να την ντύσουν και να την παρουσιάσουν στους Αθανάτους.

Η Κύπρος κατέχει μία άκρως σημαντική γεωγραφική θέση στη Β.Α άκρη της Ανατολικής Μεσογείου, η οποία άλλοτε την βοήθησε και άλλοτε την έβλαψε. Τη βοήθησε γιατί την έφερε σε άμεση επαφή με τα πρώτα μεγάλα κέντρα του πολιτισμού την Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία, τη Μέση Ανατολή. Την έβλαψε, γιατί έγινε αιτία να κατακτηθεί απ’ όλους τους κατά καιρούς ισχυρούς της περιοχής: τους Ασσύριους, τους Σταυροφόρους, τους Οθωμανούς Τούρκους. Από τον 7ο π.χ αιώνα κυρίως, αποτέλεσε το μήλο της έριδος των εκάστοτε μεγάλων ναυτικών δυνάμεων.

Όπως έχουν δείξει ως τώρα οι αρχαιολογικές ανασκαφές και οι ιστορικές μελέτες, η Κύπρος κατοικήθηκε για πρώτη φορά στη Νεολιθική εποχή γύρω στην 8η χιλιετηρίδα. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από την ύπαρξη νεολιθικών οικισμών στο νησί με σπουδαιότερο αυτόν της Χοιροκοιτίας, κοντά στον κύριο δρόμο Λευκωσίας- Λεμεσού. Με την ανακάλυψη του χαλκού γύρω στο 2300 π.χ που αφθονούσε στο υπέδαφός της, η Κύπρος απέκτησε πολύ μεγάλη σπουδαιότητα, πράγμα το οποίο επρόκειτο να παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της.

Γι’ αυτό ακριβώς το ορυκτό προϊόν (τον χαλκό) ενδι- αφέρθηκαν οι Μυκηναίοι, που κατέφθασαν στην Κύπρο ως έμποροι και δημιούργησαν αρχικά εμπορικές αποικίες το έτος 1200πχ. Έκτοτε το νησί προσέλαβε Ελληνικό χαρακτήρα με τη διάδοση της Ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού. Από τότε οι Κύπριοι μίλησαν Ελληνικά και υιοθέτησαν τον ελληνικό τρόπο ζωής και τον πολιτισμό. Και αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα επί τρεις και πλέον χιλιετίες. Οι επιδράσεις των κατακτητών δεν μπόρεσαν να αλλοιώσουν την πολιτιστική της ταυτότητα, όπως υπογραμμίζει ο Εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς: “Πολλούς αφέντες άλλαξες, δεν άλλαξες καρδιά”.

Κατά χρονολογική σειρά κατέκτησαν την Κύπρο οι Φοίνικες, οι Ασσύριοι, οι Αιγύπτιοι, οι Πέρσες ενώ στα χρόνια του Ιουλίου Καίσαρα το 30 π.χ γίνεται Ρωμαϊκή επαρχία.

Η Κύπρος, το σημαντικό κέντρο λατρείας της Αφροδίτης, θεάς της ομορφιάς και του έρωτα, αξιώθηκε να ακούσει το κήρυγμα του Ευαγγελίου από τον Απόστολο Παύλο και τον μαθητή του Βαρνάβα και στη συνέχεια να καταστεί Αποστολική Εκκλησία και κέντρο διάδοσης του Χριστιανισμού. Τον 4ον αιώνα μ.χ πέρασε στη δικαιοδοσία του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους και εισήλθε στη νέα μακρόχρονη περίοδο της ιστορίας της, υπό την εποπτεία της Κωνσταντινούπολης. Λίγο αργότερα η Εκκλησία της αναγνωρίστηκε ως αυτοκέφαλη από την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο (431), γεγονός που της προσέδωσε σημαντικό ηθικό και πνευματικό κύρος.

Τον 7ον αιώνα μ.χ οι επιδρομές των Αράβων για την επικράτηση του Ισλάμ στη Μεσόγειο κατέστησαν την Κύπρο έναν από τους πρώτους στόχους. Η εποχή αυτή της ανασφάλειας και των κινδύνων έληξε το 965 μ.χ, όταν ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς νικώντας τους Άραβες απάλλαξε εντελώς το νησί από τις επιθέσεις τους. Το 1192 μ.χ αρχίζει η εποχή της Φραγκοκρατίας έως το 1489, οπότε η Κύπρος καταλήφθηκε από τους Βενετσάνους. Το καλοκαίρι του 1570 τουρκικός στρατός και στόλος έφτασε στην Κύπρο και αποβιβάστηκε στην Λάρνακα. Η χριστιανική τότε Ευρώπη απέτυχε ή μάλλον αδιαφόρησε να τους αποτρέψει. Τότε δημιουργείται στην Κύπρο μία μουσουλμανική κοινότητα, η οποία απετέλεσε την πρώτη σοβαρή επέμβαση στη σύνθεση του πληθυσμού, που σταδιακά έφθασε να αποτελεί το 18% του Κυπριακού λαού και δημιούργησε έναν καινούργιο παράγοντα στις ιστορικές εξελίξεις του νησιού.

Κατά την εθνική παλιγγενεσία του1821, η Κύπρος εξ αιτίας της γεωγραφικής της θέσης δεν είχε μεγάλες δυνατότητες συμμετοχής στον αγώνα. Εν τούτοις υπέστη τις συνέπειες, με τον απαγχονισμό στις 9 Ιουλίου1821 του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και τον αποκεφαλισμό των Μητροπολιτών Πάφου Χρύσανθου και Κιτίου Μελετίου, ενώ στη συνέχεια εκτελέσθηκαν πάνω από τετρακόσια άτομα που θεωρήθηκαν ύποπτα για συνεργασία και συνεννοήσεις με τους επαναστάτες στην Ελλάδα.

Στις 22 Ιουλίου 1878 η Κύπρος παραχωρείται από τους Τούρκους στους Άγγλους έτσι οι ελπίδες των Κυπρίων για μία καλύτερη τύχη αναπτερώθηκαν. Το 1923 με τη συνθήκη της Λωζάνης η Τουρκία αναγνώρισε την προσάρτηση της Κύπρου στην Αγγλία και το 1925 ανακηρύχθηκε αποικία του αγγλικού στέμματος. Οι σχέσεις Ελληνοκυπρίων(Ε/Κ) και Αγγλικής Κυβέρνησης πολύ συχνά έφθαναν σε ένταση. Κύρια αιτία προστριβών ήταν η συνεχής αρνητική στάση των Άγγλων στο αίτημα των Κυπρίων για την παραχώρηση ουσιαστικών δημοκρατικών δικαιωμάτων και την πραγματοποίηση της εθνικής επιδίωξης των Κυπρίων να ενωθούν με την Ελλάδα.

Η πρώτη εξέγερση των Κυπρίων εναντίον των Άγγλων έγινε το 1931, οι οποίοι την κατέπνιξαν επιβάλλοντας σκληρά μέτρα. Το 1950 η Εκκλησία διοργάνωσε δημοψήφισμα, όπου η συντριπτική πλειοψηφία (95,71%) του Κυπριακού λαού ψήφισε για την ένωση. Το δημοψήφισμα αυτό, αν και δεν είχε ουσιαστικό πολιτικό αντίκρισμα, πιστοποίησε όμως την καθολικότητα τού ενωτικού αιτήματος.

Το έτος 1954 άρχισε και η Ελλάδα να παίρνει ενεργότερο ρόλο στις Κυπριακές υποθέσεις και με την προσφυγή στον Ο.Η.Ε ζήτησε την αυτοδιάθεση της Κύπρου. Η πρώτη θέση που πήρε ο διεθνής οργανισμός ήταν αρνητική. Το 1955 οι Κύπριοι, πιστεύοντας ότι δεν μπορούσαν με ειρηνικά μέσα να πραγματοποιήσουν τους εθνικούς τους πόθους, την 1η Απριλίου1955 ξεκίνησαν ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα κατά των Βρετανών κυριάρχων, με στόχο την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο αγώνας αυτός πέρασε από πολλές δραματικές φάσεις κατά τα τέσσερα χρόνια της διάρκειάς του, με τις θυσίες πολλών νεαρών αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α, που πολέμησαν ηρωικά και ανέβηκαν στις αγχόνες ψάλλοντας τον Εθνικό μας Ύμνο. Στη συνέχεια με τις συμφωνίες Λονδίνου-Ζυρίχης δημιουργήθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος με δύο κοινότητες τους Ε/Κ που αποτελούσαν το 80% του πληθυσμού και τους Τ/Κ που ήσαν μειονότητα με 18%. Με βάσει τις συμφωνίες η Τ/Κ μειονότητα έγινε κοινότητα ισότιμη με την Ε/Κ και έτσι αναβαθμίστηκε, που είχε σαν αποτέλεσμα τη συμμετοχή της στη διοίκηση του κράτους. Το ποσοστό συμμετοχής με βάσει το νέο σύνταγμα καθορίζετο στο 30%. Στο ίδιο σύνταγμα επίσης καθορίζονταν ως εγγυήτριες δυνάμεις η Ελλάδα,η Τουρκία και η Αγγλία με ανάλογες στρατιωτικές δυνάμεις επάνω στο νησί.

Η Κυπριακή Δημοκρατία άρχισε να λειτουργεί από τις 16Αυγούστου1960 ,ύστερα από αιώνες ξένης πολιτικής κηδεμονίας και κατακτητών. Για πρώτη φορά οι Κύπριοι ασκούσαν τη δική τους εξουσία. Από την αρχή, όμως, φάνηκαν οι ατέλειες των συμφωνιών, οι οποίες δημιουργούσαν προβλήματα στη λειτουργία του νέου κράτους. Γι’ αυτόν τον λόγο το 1963 ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, πρότεινε την τροποποίηση των συμφωνιών σε δεκατρία σημεία, την οποία δεν δέχθηκαν οι Τουρκοκύπριοι(Τ/Κ). Έκτοτε άρχισαν οι πρώτες διαφωνίες μεταξύ των δύο κοινοτήτων με συγκρούσεις, επεισόδια και ένοπλες συρράξεις με θύματα και από τις δύο πλευρές και την απειλή από την Τουρκία για εισβολή, η οποία αποφεύχθηκε με την μεσολάβηση των Αμερικανών. Δημιούργησε όμως τους πρώτους χωριστούς Τουρκυπριακούς θύλακες και την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την κυβέρνηση. Από τότε ο Ο.Η.Ε έστειλε στην Κύπρο ειρηνευτική δύναμη, ενώ παράλληλα εγκαινίασε μεσολαβητικές προσπάθειες και συνομιλίες ανάμεσα στις δύο κοινότητες.

Το 1967 σημειώθηκε η δεύτερη περίοδος έντασης μεταξύ Ε/Κ και Τ/Κ. Για τη διευθέτηση της κρίσεως, που είχε δημιουργηθεί κυρίως από τις πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή της Κοφίνου, ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζόνσον έστειλε ως μεσολαβητή στην Κύπρο τον Σάϊρους Βάνς, μετέπειτα υπουργό εξωτερικών στην κυβέρνηση Τζίμι Κάρτερ. Αποτέλεσμα αυτής της διενέξεως υπήρξε η αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας από το στρατιωτικό τότε καθεστώς, και η οποία Μεραρχία είχε αποσταλεί μυστικά τα προηγούμενα χρόνια από την νόμιμη Ελληνική Κυβέρνηση. Αποτέλεσμα αυτης της ενέργειας ήταν η εξασθένιση της άμυνας του νησιού, καθότι η Εθνική Φρουρά δεν είχε οργανωθεί, ώστε να εξασφαλίσει την άμυνα της Κύπρου.

Η περίοδος από το 1967 έως τις 15Ιουλ.1974 πέρασε με ενδοκοινοτικές συνομιλίες για την επίλυση των διαφορών, μεταξύ των ηγετών των δύο κοινοτήτων Μακάριου και Ντενκτάς, χωρίς να καταλήξουν σε ουσιαστικά αποτελέσματα

Ώσπου την 15Ιουλ1974 κάποιοι θερμοκέφαλοι από το στρατιωτικό τότε  καθεστώς των Αθηνών, χωρίς ίχνος πολιτικής και στρατηγικής σκέψεως, αλλά και χωρίς κοινή λογική, σε συνεργασία με όμοιούς τους στην Κύπρο, θεώρησαν ότι με την πραξικοπηματική ανατροπή του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, θα μπορούσαν να κηρύξουν μονομερώς την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ήταν τέτοια η πολιτική αφέλεια και η αφροσύνη των πρωτεργατών που δεν τους επέτρεψε να σκεφθούν ότι μια τέτοια ενέργεια εναντίον του Μακαρίου, ενός αναγνωρισμένου από την Διεθνή Κοινότητα ηγέτη, σε μια περιοχή που υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων ισχυρών δυνάμεων και η οντότητά της καθορίζεται από διεθνείς συνθήκες, θα οδηγούσε με βεβαιότητα την επέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο. Ακολούθησε η πιο τραγική στιγμή της ιστορίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, που σημαδεύτηκε από τον αδελφοκτόνο πενθήμερο εμφύλιο σπαραγμό, από 15 έως 19 Ιουλ. με θύματα και από τις δύο πλευρές. Αυτό το θλιβερό γεγονός, τραυμάτισε ακόμη περισσότερο την εύθραυστη ενότητα του Κυπριακού Ελληνισμού και τον κατέστησε απροετοίμαστο σε όσα τραγικά ακολούθησαν. Το χειρότερο όμως που δημιούργησε το πραξικόπημα ήταν ο αποσυντονισμός, η καταπόνηση και ο αποπροσανατολισμός των στρατιωτικών μονάδων από το κύριο στρατιωτικό τους έργο που ήταν η άμυνα του νησιού.

Έτσι οι καραδοκούντες για δεκαετίες Τούρκοι εκμεταλλευόμενοι την παραφροσύνη τους, αλλά και το δυσμενές διεθνές κλίμα που δημιουργήθηκε για την Κύπρο και την Ελλάδα, καθώς και την αποδιοργάνωση, λόγω του πραξικοπήματος, επιχείρησαν την εισβολή την οποία παρουσίασαν ως ειρηνευτική επιχείρηση, δήθεν, για την αποκατάσταση της νομιμότητας στην Κύπρο, παραπλανώντας έτσι και την διεθνή κοινή γνώμη, η οποία εκείνη την περίοδο παρέμεινε αδρανής και στη συνέχεια ελάχιστα μεταπείσθηκε.

Φθάσαμε έτσι στην τραγική εκείνη νύχτα της 19 προς 20 Ιουλ. 1974. Μιά νύχτα διαφορετική από τις άλλες, φαινόταν ότι το ξημέρωμα δεν θα ήταν ομαλό. Κάποιοι ανησυχούσαν και προετοιμάζονταν, κάποιοι όμως που είχαν και την κύρια ευθύνη για λήψη αποφάσεων σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων όπως αποδείχθηκε από την εξέλιξη των γεγονότων, καθώς ο Τουρκικός στόλος όλο και πλησίαζε στο νησί περνώντας η νύχτα. Οι αποφάσεις των αρμοδίων ηγεσιών της Ελλάδος και της Κύπρου σ’ αυτή την κρίσιμη χρονική στιγμή ήταν καθησυχαστικές προς τους διοικητές των πολεμικών μονάδων λέγοντας πως “ δεν δικαιολογείται ανησυχία! Χρειάζεται αυτοσυγκράτηση! Πρόκειται περί γυμνασίων”, στηριγμένες προφανώς σε αναξιόπιστες πληροφορίες και μεροληπτικές εκτιμήσεις, για το λόγο αυτό και αιφνιδιάστηκαν. Αυτό βέβαια είναι κάτι που η ιστορία οφείλει πλέον να εξιχνιάσει. Επί πλέον η κατάσταση ετοιμότητας των στρατιωτικών μονάδων με τον αντίπαλο προ των πυλών ήταν λανθασμένη, καθόσον στο σύνολο τους ευρίσκονταν εντός των στρατοπέδων, αποτελώντας έτσι τον πρώτο και εύκολο στόχο της Τουρκικής αεροπορίας, απόφαση η οποία επηρέασε δυσμενώς την εξέλιξη των επιχειρήσεων, καθότι αρκετές μονάδες επλήγησαν εντός των στρατοπέδων τους με σοβαρές απώλειες. Η διαθέσιμη μαχητική ισχύς, η εδαφική υπεροχή και τα υπάρχοντα σχέδια επιχειρήσεων δεν αξιοποιήθηκαν και σε πολλές περιπτώσεις παρέμειναν ανεφάρμοστα, ενώ βασικές μονάδες πρώτης γραμμής βρέθηκαν εκτός αποστολής, λόγω της συμμετοχής τους  στο πραξικόπημα. Έτσι ενώ η Τουρκική απειλή είχε αρχίσει να γίνεται ορατή κατά τη διάρκεια της νύχτας, δεν δόθηκε καμία διαταγή προς τους διοικητές των πολεμικών μονάδων για λήψη μέτρων άμυνας στις πιθανές περιοχές αποβάσεως, παρότι οι Διοικητές είχαν θέσει σε ετοιμότητα της μονάδες τους, γιατί είχαν αφουγκρασθεί τον κίνδυνο που απειλούσε την Κύπρο. Συγκεκριμένα θυμάμαι τον Διοικητή μου, με κάλεσε στο γραφείο του λίγο μετά τα μεσάνυχτα της τραγικής εκείνης νύχτας και με ρώτησε αν είναι έτοιμη η Πυροβολαρχία μου, για ανάληψη πολεμικής αποστολής, του απάντησα  πως και αυτή τη στιγμή αν μας δοθεί διαταγή, είμαστε έτοιμοι να κινηθούμε και να δράσουμε σε οποιοδήποτε σημείο του νησιού.Η χαρά του από αυτό που άκουσε έγινε αμέσως λύπη με κοίταξε στα μάτια και μου είπε “ Δημήτρη δυστυχώς δεν έχουμε διαταγές για κάτι συγκεκριμένο, να είσαι όμως σε ετοιμότητα γιατί η ημέρα που ξημερώνει δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσει”. Η έλλειψη διαταγών εκείνη τη νύχτα για την έστω και μερική εφαρμογή των υπαρχόντων σχεδίων που προέβλεπαν αντιμετώπιση απειλής σε οποιοδήποτε σημείο του νησιού,προς τους Διοικητές των πολεμικών μονάδων, έδωσε ένα ακόμη πλεονέκτημα στην επιχείρηση των Τούρκων. Το πλεονέκτημα το οποίο είχαμε,λόγω του ότι εμείς ευρισκόμαστε σε γνωστό και σταθερό έδαφος και πιστεύω ότι και οι δυνάμεις που διαθέταμε ήσαν αρκετές για να αντιμετωπίσουν μιά τέτοια ενέργεια, καθ’όσον οι Τούρκοι θα έπρεπε να κινηθούν από αέρος ή από τη θάλασσα, το χάσαμε από τις αποφάσεις της τότε ηγεσίας. Γιατί, όταν ήρθαν οι διαταγές για την αντιμετώπιση του κινδύνου, ήταν πολύ αργά. Ήρθαν, όταν οι Τούρκοι από το πρώτο φως της 20 Ιουλ. 1974 άρχισαν να μεταφέρουν με ελικόπτερα τμήματα ειδικών δυνάμεων και να ρίχνουν αλεξιπτωτιστές στον πεδινό χώρο Β.Δ. της Λευκωσίας, λες και έκαναν εκπαιδευτική άσκηση, είχαν αποβιβάσει τα πρώτα τμήματά τους στην περιοχή Πέντε- Μίλι δυτικά της Κερύνειας σχεδόν χωρίς αντίσταση και τα Τουρκικά αεροσκάφη διέσχιζαν ανενόχλητα τον ουρανό της Κύπρου βομβαρδίζοντας τα στρατόπεδά μας με τις μονάδες εντός αυτών, πλήττοντας πρώτο εκείνο της ΕΛ.ΔΥ.Κ με ιδιαίτερη ένταση και μανία. Έτσι λοιπόν, ενώ οι Τούρκοι συνέχιζαν ανενόχλητοι τις ενέργειές τους προς τους αντικειμενικούς τους σκοπούς, οι μονάδες της Κύπρου εκινούντο στο φως της ημέρας σ’ένα τελείως ακάλυπτο περιβάλλον, κάτω από την πλήρη αεροπορική κυριαρχία της Τουρκικής αεροπορίας. Το αποτέλεσμα ήταν πολλές μετακινούμενες μονάδες να πληγούν από την αεροπορία και να υποστούν απώλειες, οι οποίες θα αποφεύγονταν, εάν όλα αυτά είχαν γίνει κατά τη διάρκεια της νύχτας και με πλήρη μυστικότητα.Καθ’ όσον τις κινήσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας τις μαρτυρούσαν και οι Τουρκοκύπριοι που ήσαν διάσπαρτοι σε όλο το νησί.

Οι καταστάσεις που αντιμετώπισαν οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ ήταν συγκλονιστικές, από την έναρξη των επιχειρήσεων αποτελούσαν τον κύριο στόχο των επιγείων δυνάμεων όσο και της Τουρκικής αεροπορίας με διατεταγμένη αποστολή την ολοκληρωτική τους εξόντωση. Αξίζει επίσης να αναφέρω ότι την  παραμονή της εισβολής, αυτή η πιο επίλεκτη και υπολογίσιμη μονάδα από πλευράς μαχητικής ισχύος επάνω στο νησί βρέθηκε αποψιλωμένη κατά το 1/3 και πλέον της δυνάμεώς της, λόγω απολύσεως των οπλιτών της και επιστροφής τους στην Ελλάδα με οχηματαγωγό του πολεμικού μας ναυτικού. Οι πάρα πάνω είχαν αντικατασταθεί με ισάριθμους νέους, οι οποίοι όχι μόνο δεν είχαν προσανατολιστεί στη νέα τους θέση, αλλά δεν είχαν προλάβει να εξοικειωθούν με τον νέο οπλισμό τους. Έτσι στις 20 Ιουλ. 1974 η ΕΛ.ΔΥ.Κ βρέθηκε με το 1/3 της δυνάμεώς της με νέους και άπειρους οπλίτες,σε αντικατάσταση ισάριθμων έμπειρων οπλιτών που ταξίδευαν ανοιχτά της Πάφου με κατεύθυνση την Ελλάδα.

Μετά από εντολή που έλαβε ο κυβερνήτης του πλοίου επέστρεψε στην Κύπρο και τους αποβίβασε στην Πάφο. Οι ίδιοι έσπευσαν αμέσως στην πρώτη γραμμή να ενισχύσουν την μονάδα τους που εδέχετο την πιο σφοδρή επίθεση και αρκετά από αυτά τα παλληκάρια έπεσαν ηρωικά στο πεδίο της μάχης.

Η επιστροφή του πολεμικού μας πλοίου και η αποβίβαση των οπλιτών στην Πάφο, δημιούργησε σύγχυση και πανικό στους Τούρκους, γιατί θεώρησαν ότι η Ελλάδα έσπευσε να αποστείλει ενισχύσεις στην Κύπρο. Έτσι για να αντιμετωπίσουν αυτόν τον κίνδυνο απέστειλαν πολεμικά πλοία και αεροσκάφη. Ήταν τέτοια η ασυνεννοησία και η σύγχυση μεταξύ τους, που η αεροπορία τους βύθισε το πολεμικό τους πλοίο «Κοτζά Τεπέ» και προξένησε σοβαρές βλάβες στα υπόλοιπα. Ομοίως και τα πλοία τους από ό,τι έχει διαρρεύσει μέχρι τώρα κατέρριψαν πλέον των δέκα αεροσκαφών τους.

Από αυτό και μόνο το γεγονός εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα, πόσο λάθος διέπραξε η τότε ηγεσία να μην αποστείλει υποβρύχια και πολεμικά αεροσκάφη, στην περιοχή κυρίως της απόβασης, τα οποία θα είχαν τη δυνατότητα, αν όχι να αποτρέψουν, τουλάχιστον να δημιουργήσουν σοβαρό πλήγμα στις αποβατικές δυνάμεις των Τούρκων. Η μοναδική προσπάθεια ενίσχυσης πραγματοποιήθηκε με την αποστολή της Α’ Μοίρας Καταδρομών, όταν την νύχτα της 21 προς 22 Ιουλ. 74 δεκαπέντε αεροσκάφη της πολεμικής μας αεροπορίας ξεκινώντας από την Κρήτη διέσχισαν την Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς να γίνουν αντιληπτά από τα ραντάρ της περιοχής, λόγω του πολύ χαμηλού και επικίνδυνου ύψους πτήσεώς των, κυρίως όμως  χάρις στην ψυχραιμία, την άριστη εκπαίδευση και τον ηρωισμό των πιλότων μας. Η επιχείρηση αυτή πήρε την κωδική ονομασία “ ΝΙΚΗ” και χαρακτηρίστηκε ως επιχείρηση αυτοκτονίας, γιατί κατά τη φάση της προσγείωσης προσβλήθηκαν όλα τα αεροσκάφη από πυρά φίλια και εχθρικά. Ενα εξ αυτών κατερρίφθη και δύο αφού αποβίβασαν το προσωπικό, δεν μπόρεσαν να απογειωθούν και παρέμειναν εκεί στο αεροδρόμιο. Τα υπόλοιπα, μετά την αποβίβαση του προσωπικού, επέστρεψαν λαβωμένα στην Ελλάδα.

Οι άνδρες της Α’ Μ/Κ ενίσχυσαν τις επίγειες δυνάμεις και κατάφεραν μαζί με τους άνδρες της ΕΛ.ΔΥ.Κ να προξενήσουν σοβαρές απώλειες στις Τουρκικές δυνάμεις. Το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι κατάφεραν να μην καταληφθεί το Διεθνές Αεροδρόμιο της Λευκωσίας και να κρατήσουν την πόλη ώστε να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων, που, όπως απεδείχθη, το επεδίωκαν με κάθε τρόπο οι εισβολείς, εφόσον, αν καταλάμβαναν την πρωτεύουσα, θα κατέρρεε και η Κυπριακή Δημοκρατία. Τα  παλληκάρια αυτά τίμησαν τα Ελληνικά όπλα προτάσσοντας το πάθος για την ελευθερία στην αλαζονική Τουρκική προέλαση. Υπερασπίσθηκαν με σθένος τις θέσεις τους παραδίδοντας μαθήματα ηρωισμού και πολεμικής αρετής, τα οποία οι εισβολής κατανόησαν όταν μέτρησαν τις σοβαρές τους απώλειες.

Για να αντιληφθούμε τις συνθήκες εκείνου του πολέμου πρέπει να τονίσω, οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν ότι πιο σύγχρονο υλικό διέθεταν οι ένοπλες δυνάμεις τους εκείνη την περίοδο. Ο αγώνας λοιπόν ήταν άνισος γιατί ο αντίπαλος είχε συντριπτική αριθμητική υπεροχή σε προσωπικό και μέσα και απόλυτη αεροπορική κυριαρχία στο πεδίο της μάχης. Ενώ ή Εθνική Φρουρά αγωνιζόταν με όπλα πολυμεταχειρισμένα κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και χωρίς καμία άλλη βοήθεια σε σχέση με την εγγύτητα της Τουρκίας και την δυνατότητα μεταφοράς δυνάμεων στο πεδίο της μάχης. Πέραν αυτών οι Τούρκοι δεν σεβάστηκαν κανένα κανόνα διεθνούς δικαίου του πολέμου, από την έναρξη και μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα κακοποίησαν αιχμαλώτους, τραυματίες και άμαχο πληθυσμό, βομβάρδισαν κατοικημένες περιοχές και χρησιμοποίησαν βόμβες ναπάλμ(εμπρηστικές) που είναι απαγορευμένες με βάση διεθνείς συνθήκες. Παραβίασαν και αυτήν ακόμη την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας των  Η.Ε. περί εκεχειρίας που υπεγράφη στις 22 Ιουλ. 1974 με αποτέλεσμα  την επομένη της συμφωνίας, συνέχισαν να αποβιβάζουν ανενόχλητα δυνάμεις τις οποίες χρησιμοποίησαν στη δεύτερη φάση της εισβολής. Συνέχισαν επίσης να προωθούν τις θέσεις τους και να επεκτείνουν τις καταλήψεις σε Ελληνοκυπριακά χωριά, παρά την εκεί παρουσία ανδρών της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών. Έτσι οργανωμένοι και ενισχυμένοι πλέον με τα απαραίτητα μέσα και με τον αέρα του νικητή, διέκοψαν ξαφνικά τις συνομιλίες που είχαν αρχίσει στη Γενεύη και στις 14 Αυγούστου 1974 εξαπέλυσαν τη δεύτερη φάση της εισβολής τους με την κατάληψη της γραμμής Αττίλα, όπως έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα.

Θα αναφερθώ σε περιπτώσεις που έζησα προσωπικά για να φανεί ότι οι Τούρκοι δεν σεβάστηκαν τους διεθνείς κανόνες. Δύο φορές η Τουρκική αεροπορία προσπάθησε με βόμβες ναπάλμ, να πλήξει την Πυροβολαρχία μου χωρίς επιτυχία, τη δεύτερη φορά μάλιστα η βόμβα έπεσε σε τρείς άνδρες της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών που κινούνταν πλησίον μας και τους αποτέφρωσε μαζί με το όχημά τους. Επίσης την επομένη ημέρα της εκεχειρίας, την 23η Ιουλίου 1974 και ενώ ο Διοικητής μου Αντισυνταγματάρχης Καλμπουρτζής Στυλιανός ευρίσκετο με την μονάδα του σε περιοχή του Πενταδάκτυλου, σεβόμενος την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας και τηρώντας τις διαταγές των προϊσταμένων του, καθ’ότι διακρινόταν και από υψηλό αίσθημα ευθύνης, ήθος και πολεμική αρετή, τα Τουρκικά στρατεύματα του επιτέθηκαν απροκάλυπτα. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να φονευθεί ο ίδιος, ένας έφεδρος αξιωματικός από την Αμμόχωστο και τριάντα οκτώ οπλίτες όλοι τους Ε/Κ. Επί πλέον δεν σεβάστηκαν ούτε αυτό που και οι πιό βάρβαρες φυλές εσέβοντο από αρχαιοτάτων χρόνων κατά την περίοδο της εκεχειρίας για την παραλαβή των νεκρών στο πεδίο της μάχης. Οι σωροί των ηρώων της μονάδας μου στην περιοχή του Πενταδάκτυλου ήταν αγνοούμενοι για σαράντα χρόνια. Τον Ιούλιο του 2014 ύστερα από πολύμοχθες προσπάθειες η ειδική επιτροπή αποτελούμενη από Ε/ Κ,Τ/ Κ και άνδρες της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών, κατόρθωσε να ανεύρει τα οστά είκοσι τεσσάρων ηρώων, από τους σαράντα που έπεσαν, στη συνέχεια μετά την ταυτοποίηση τους με τη μέθοδο του DNA παρεδόθησαν στους οικείους τους και ήδη έχουν ταφή με τις τιμές που τους άξιζε.

Στους επικούς αγώνες που έδωσαν τα πιο επίλεκτα Ελληνικά τμήματα στην Κύπρο συμμετείχαν και τα νιάτα του Ιστορικού μας Δήμου. Είκοσι δύο Καλαβρυτινόπουλα έδωσαν τη δική τους δυναμική παρουσία. Τα παλληκάρια αυτά, όταν η υποχρέωση προς την Πατρίδα τους κάλεσε να αναμετρηθούν με τον θάνατο, ανταποκρίθηκαν με γενναιότητα. Έβαλαν δηλαδή στη ζυγαριά του καθήκοντος στη μιά μεριά το θάνατο και στην άλλη τη δύναμη της ψυχής τους, για να υπερασπισθούν μια γη Ελληνική εδω και τρεις χιλιάδες χρόνια. Όπως σε όλους τους αγώνες του έθνους, οι Καλαβρυτινοί, από τότε που ο Σεβάσμιος εκείνος Ιεράρχης ο Παλαιών Γερμανός άναψε τη φλόγα της Ελευθερίας εκεί ψηλά στην Ιερή Κιβωτό του Έθνους μας την Αγία Λαύρα, έδωσαν παντού δυναμικά το παρόν και αγωνίσθηκαν για την ελευθερία της, όπως φαίνεται από τα ηρώα των χωριών μας που είναι γεμάτα με τα ονόματα των παλικαριών που θυσιάστηκαν σε όλα τα πεδία των μαχών της πατρίδας μας. Έτσι και στην Κύπρο τα παιδιά των Καλαβρύτων συνέχισαν την παράδοσή μας, μια αδιάκοπη διαμέσου των αιώνων στάση ζωής που αγωνίζεται με αυταπάρνηση και ασύλληπτο ηρωισμό για την δικαιοσύνη την ελευθερία και την εδαφική ακεραιότητα. Πόσο μάλλον όταν αυτά τα παιδιά τότε, βρέθηκαν αντιμέτωπα με τον ίδιο προαιώνιο αντίπαλο, με αποστολή να υπερασπισθούν μια γη Ελληνική με ιστορία πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια και που στα αυτιά τους αντηχούσαν από τη βρεφική τους ακόμη ηλικία, τα σήμαντρα της Αγίας Λαύρας και οι αγώνες και οι θρύλοι της περιοχής μας, από την Επανάσταση του Εικοσιένα, που τους ενδυνάμωναν την προσπάθεια για αντίσταση. Με τη φλόγα που είχαν μέσα στα στήθη τους και με το θάρρος της νεανικής τους ψυχής, όρμησαν στη θύελλα εκείνου του άνισου και άδικου αγώνα, αποφασισμένοι να δώσουν και τη ζωή τους ακόμη, για να υπερασπισθούν την ελευθερία και την εδαφική ακεραιότητα της Μεγαλονήσου ξεχασμένοι τελείως από τη μητέρα Πατρίδα. Ζήσανε από κοντά τη φρίκη και την καταστροφή, χωρίς να καμφθεί το ηθικό τους γιατί εξοικειώθηκαν αμέσως με την ιδέα του θανάτου και τις συνθήκες ενός μέχρις εσχάτων πολέμου. Είδαν δίπλα τους συμμαχητές να εγκλωβίζονται, φίλους να σκοτώνονται και ανθρώπινο αίμα να ρέει ως σφάγιο στο βωμό του ψυχρού συμφέροντος των ισχυρών.

Γι’ αυτό το χρέος επιβάλλει να διατηρούμε τα γεγονότα αυτά ζωντανά στη μνήμη μας, για να θυμόμαστε και να τιμούμε πάντοτε τους συμπατριώτες μας που θυσιάστηκαν στο μαρτυρικό νησί του Αποστόλου Βαρνάβα:

Τον Κώστα τον Αντωνόπουλο από τα Τριπόταμα που ως μαχητής της ΕΛ.ΔΥ.Κ,  ήταν από αυτούς  που την προηγούμενη ημέρα είχαν παρουσιαστή στη μονάδα, και το πρωί βρέθηκε στο όρυγμά του αντιμετωπίζοντας τα επίγεια τουρκικά τμήματα, όταν βλήμα από αεροσκάφος διαπέρασε το κορμί του, όπως μου περιέγραψε ο συμπολεμιστής του Θόδωρος ο Αναστασόπουλος από του Φίλια που βρέθηκε δίπλα του στην ώρα του τραυματισμού του, συνοδεύοντάς τον μάλιστα μέχρι το νοσοκομείο της Λευκωσίας όπου και κατέληξε μετά από λίγες ημέρες.

Τον Σωτήρη τον Τζουρά από τις Κορφές που ως επίλεκτος οπλίτης των ειδικών δυνάμεων εκλήθη με τη μονάδα του την Α’Μ/Κ να εκτελέσουν την πιο δύσκολη αποστολή που έχει γίνει μέχρι σήμερα. Δυστυχώς το αεροσκάφος στο οποίο επέβαινε κατερρίφθη λίγα μέτρα πριν προσγειωθεί στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας από βλήματα επιγείων τμημάτων, με αποτέλεσμα να φονευθούν τα τέσσερα μέλη του πληρώματος που ήσαν Αξιωματικοί της Αεροπορίας και είκοσι επτά καταδρομείς εκτός από έναν, τον Θανάση τον Ζαφειρίου ο οποίος πήδηξε από το φλεγόμενο αεροσκάφος από ύψος άνω των πενήντα μέτρων χωρίς αλεξίπτωτο με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά. Ζούσε στη Θεσσαλονίκη και έφυγε από τη ζωή το Σεπτέμβριο του 2016. Με φρίκη θυμόταν την τραγική εκείνη στιγμή, την οποία περιέγραφε πολλές φορές σε τηλεοπτικά πάνελ όταν τον καλούσαν.

Να θυμηθούμε τώρα και εκείνους που διάβικαν ζωντανοί ανάμεσα στις φωτιές,τα λιωμένα σίδερα και τις σφαίρες, που άκουσαν να σφυρίζουν βασανιστικά περνώντας δίπλα τους οι όλμοι, που δέχτηκαν ακάλυπτοι τις ρουκέτες και τις βόμβες των Τουρκικών αεροπλάνων χωρίς να καμφθεί το ηθικό τους, είναι αυτοί που αγωνίσθηκαν ηρωικά μέσα από τις τάξεις της ΕΛ.ΔΥ.Κ:

Ο ανθυπολοχαγός τότε Κωνσταντίνος Γκλαβάς του Αθανασίου από την Κλειτορία.

Ο Μαυραγάνης Κωνσταντίνος του Παναγιώτη από την Δάφνη.

Ο Νικολακόπουλος Γεώργιος του Δημητρίου από την Κέρτεζη.

Ο Σαμαρτζόπουλος Νικόλαος του Ιωάννου από Κέρτεζη.

Ο Ανδριόπουλος Κωνσταντίνος του Βασιλείου από το Σκεπαστό, ήταν από αυτούς που απολείωνταν και την νύχτα 19 προς 20 Ιουλίου ταξίδευε με το πλοίο του πολεμικού ναυτικού για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Με εντολή που έλαβε ο κυβερνήτης τους αποβίβασε στην Πάφο και έσπευσαν στην πρώτη γραμμή για να ενισχύσουν την μονάδα τους που αγωνιζόταν σκληρά.

Και τρεις ακόμη που δεν είναι σήμερα στη ζωή γιατί έχασαν την μάχη μετά τον πόλεμο:

Ο Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός τότε Παπαγιαννόπουλος  Νικόλαος του Γεωργίου από την Κούτελη.

Ο Κόντης Παναγιώτης του Σπήλιου από την Κέρτεζη.

Ο Τσεκούρας Παναγιώτης του Ευαγγέλου από την Βλασία.

Το χώμα της Καλαβρυτινής γης που τους σκεπάζει να είναι ελαφρύ και η μνήμη τους αιωνία.

Στη συνέχεια θα αναφέρω τους Καλαβρυτινούς μαχητές που βρέθηκαν στην Κύπρο την παραμονή της εισβολής, για να αντικαταστήσουν ισάριθμους που απολύονταν και είχαν πάρει το δρόμο της επιστροφής για την Ελλάδα όπως περιγράφεται πιό πάνω, αυτοί είναι:

Ο Αναστασόπουλος Θεόδωρος του Βλασίου από του Φίλια.

Ο Αναστασόπουλος Θεόδωρος του Κωνσταντίνου από του Φίλια (είναι πρώτα ξαδέλφια).

Ο Παπαγιαννακόπουλος Γεώργιος του Δημητρίου από το Πλανητέρο.

Ο Πορετσάνος Ανδρέας του Ιωάννου από το Αγρίδι .

Ο Λυμπέρης Νικόλαος του Ανδρέα από την Λυκούρια και

Ο Ροδόπουλος Αντώνιος του Αλεξίου από το Λαγοβούνι.

Τέλος θα αναφέρω τα ονόματα των ηρωικών οπλιτών των ειδικών δυνάμεων (των κομάντος όπως τους αποκαλούμε) οι οποίοι και μόνο με την παρουσία τους αναστάτωσαν και προβλημάτισαν την Τουρκική ηγεσία, αυτοί είναι:

Ο Μηλιτσόπουλος Παναγιώτης του Θεοδώρου από το Πλανητέρο

Ο Θωμάς Βασίλειος του Αγγέλου από τις Σειρές.

Ο Ζυγούρας Ασημάκης του Κωνσταντίνου από το Μ. Μποντιά και

Ο Μενύχτας Αχιλλέας του Νικολάου από τη Βλασία.

Να θυμόμαστε και να τιμούμε τον Λοχαγό τότε, Βασίλειο Καποτά από τα Καλάβρυτα, τον οποίον  η πολιτεία τίμησε με τον βαθμό του Αντιστράτηγου μετά την ηρωική του θυσία όταν: «την 14.00 περίπου ώρα της 11/5/1964, ευρισκόμενος με άλλους δύο συναδέλφους του εις Αμμόχωστο για εκτέλεση ειδικής υπηρεσίας, εισήλθαν συνεπεία λάθους του οδηγού του οχήματος εις τον Τουρκοκυπριακόν τομέα της πόλεως και στην προσπάθειά τους να εξέλθουν τούτου, ανεκόπησαν υπό πενταμελούς ενόπλου περιπόλου Τ/Κ. Οι ανωτέρω αντιληφθέντες πρόθεσιν των Τ/Κ στασιαστών να τους συλλάβουν και αψηφούντες πάσα κίνδυνο, αντί να παραδοθούν, επετέθησαν κατά των πολυαριθμοτέρων και οπλισμένων δι’ αυτομάτων όπλων Τ/Κ, καίτοι ήσαν σχεδόν βέβαιοι ότι θα εφονεύοντο. Αποτέλεσμα της τοιαύτης αυτοθυσίας τους υπήρξε να φονευθούν επί τόπου ο Ταγματάρχης Πούλιος Δημήτριος, ο Λοχαγός Καποτάς Βασίλειος και να τραυματιστεί σοβαρά ο Λοχαγός Ταρσούλης Παναγιώτης. Η πράξις αυτή υπερβαίνουσα κατά πολύ την εκτέλεση του καλώς νοουμένου καθήκοντος, δημιούργησε θρύλο μεταξύ του Ε/Κ πληθυσμού και απετέλεσε λαμπρό παράδειγμα αυτοθυσίας και αυταπαρνήσεως». Η τύχη μάλιστα τα έφερε έτσι, ώστε η πρώτη πολεμική αποστολή που μου εδόθη το πρωί της 20ης Ιουλίου 1974, ήταν να υποστηρίξω με την Πυροβολαρχία μου τα τμήματα που επιχειρούσαν για την εξουδετέρωση αυτού του θύλακα. Εκεί δηλαδή που πριν από δέκα χρόνια έπεσε ηρωικά ο συμπατριώτης μας Λοχαγός Βασίλης Καποτάς.

Είναι άξιο και δίκαιο να μνημονεύουμε τους ήρωες μας και τα κατορθώματά τους σε όλες τις εποχές. Γιατί εν γνώσει του κινδύνου, υπερασπίσθηκαν με γενναιότητα αξίες και ιδανικά τα οποία διατηρούν τη συνοχή, εξασφαλίζουν τη συνέχεια και ενδυναμώνουν το φρόνημα των μεταγενεστέρων και στο πεδίο των καθημερινών μαχών. Κυρίως όμως πρέπει να μαθαίνουν  οι γενιές που θα έρθουν για να αποφεύγουν λάθη του παρελθόντος, ιδίως εκείνα που οδήγησαν σε εθνικές περιπέτειες και ακρωτηριασμούς.

Μπορεί η Τουρκική εισβολή να μοίρασε το νησί στα δύο, κατέστρεψε το βόρειο τμήμα του, αιχμαλώτησε ανθρώπους που ακόμα αγνοούνται, σκόρπισε το θάνατο, την οδύνη και το πένθος στο λαό του, χωρίς να μπορέσει να κάμψει το φρόνημα την τόλμη και την θέληση αυτού του λαού που είναι αποφασισμένος να σταθεί και να μείνει στη γη όπου ζει και δημιουργεί για πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια, διατηρώντας τις πολιτιστικές του καταβολές. Και είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει, γιατί  ο λαός εξακολουθεί να αναπτύσσεται σ’ αυτόν τον τόπο και δεν αισθάνθηκε ποτέ ούτε εφήμερος ούτε προσωρινός σ’ αυτόν. Αγωνίζεται να ζήσει με τον ιδρώτα της δουλειάς του και με το αίμα της ψυχής του, γι’ αυτό και θα τα καταφέρει. Και όπως έλεγε ο μεγάλος Κύπριος ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης: «Η ρωμιοσύνη είναι φυλή από την αρχή του κόσμου, κανένας δεν ευρέθηκε για να την εξαλείψει,η Ρωμιοσύνη θα χαθεί όταν ο κόσμος λείψει”.

Είναι προφανές πλέον ότι όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα η κατάσταση με την κατοχή από την Τουρκία του37% του εδάφους της Κύπρου και με την παρουσία 40.000 Τούρκων στρατιωτών, μιά δίκαιη λύση του Κυπριακού ζητήματος φαντάζει ως μία δύσκολη περίπτωση. Οχι όμως και αδύνατη.

Οι Καλαβρυτινοί μαχητές υπηρετούσαν τότε στις πιο επίλεκτες μονάδες του στρατού μας, την ΕΛ.ΔΥ.Κ και τους θρυλικούς ΛΟΚατζήδες. Ήταν αυτοί που δέχθηκαν από την πρώτη στιγμή τη μανία των Τουρκικών δυνάμεων, με σκοπό την ολοκληρωτική τους εξόντωση. Ηταν όμως και αυτοί που επέδειξαν την πολεμική αρετή των Ελλήνων, παραδίδοντας μαθήματα ανδρείας και γενναιότητας στους αντιπάλους τους, τα οποία και οι ίδιοι αντιλήφτηκαν, όταν βρέθηκαν απέναντί τους.

Πρέπει να είμαστε όλοι υπερήφανοι για αυτούς.

Τις σκέψεις μου αυτές τις καταθέσω ως μνημόσυνο για όλα τα παλληκάρια που έπεσαν ηρωϊκά στο μαρτυρικό νησί του Αποστόλου Βαρνάβα, αλλά και βάλσαμο παρηγοριάς για τα πικραμένα χείλη των συγγενών τους.

Ως ελάχιστο φόρο τιμής θα επαναλάβω τα λόγια με τα οποία, ο δεκαεπτάχρονος τότε αγωνιστής και μετέπειτα ήρωας Ευαγόρας Παλληκαρίδης, από το βουνό όπου βρισκόταν, αποχαιρετούσε τα παλληκάρια της ΕΟΚΑ που είχαν εκτελεσθεί πριν από αυτόν, με τους εξής χαρακτηριστικούς στίχους που συνοψίζουν το σταυροαναστάσιμο ήθος των Κυπρίων αδελφών μας:

Των αθανάτων το κρασί βρήκατε σεις και πίνετε,

ζωή για σας ο θάνατος και αθάνατοι θα μείνετε”.

 

Δημήτριος Κούκουρας

Ανώτατος Αξιωματικός ε.α

 

 

Βιβλιογραφία:

  1. Περιοδικό Εθνικές Επάλξεις αρ. 85, του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Άμυνας και το άρθρο του Κύπριου Αντιστράτηγου ε.α Ανδρέα Πενταρά “Σύντομη Ιστορία της Κύπρου”.

  2. Λανθασμένες επιλογές στην Άμυνα και στην Ασφάλεια της Κύπρου”, του Κύπριου Αντιστράτηγου ε.α Ανδρέα Πενταρά.