Είμαστε περήφανοι γι’ αυτούς!

Καλαβρυτινή Μάνα

Μέρα θρήνου! Μέρα, που ο χρόνος σταματά! Μέρα, που ο ουρανός δακρύζει και που όλη η γύρω πλάση μουντή, σιωπηλή, μελαγχολική, δημιουργεί την αίσθηση και προδιαθέτει για κάτι, που η ανάμνησή του προκαλεί πόνο, θλίψη, οδύνη.

13 Δεκέμβρη του κάθε έτους. Και για μας τους Καλαβρυτινούς η θύμηση μιας αποτρόπαιης, εγκληματικής, άδικης πράξης, που έλαβε χώρα στην πολιτειούλα μας, στα σπίτια μας, στις γειτονιές μας, στη «λάκα του Καπή».

Μέρα, για την οποία, κάθε χρόνο, ετοιμαζόμαστε από καιρό με μοναδική ευλάβεια και ιδιαίτερο σεβασμό για να τιμήσουμε και πάλι τους δικούς μας ανθρώπους, τους παππούδες, τους πατεράδες, τους θείους, τους συγγενείς, που έπεσαν έτσι απάνθρωπα, αποτρόπαια, άνομα, από το πιο εγκληματικό χέρι κείνης της εποχής, των στυγνών δολοφόνων ναζί, που λειτουργούσαν πέρα απ’ το ανθρώπινο ένστικτο, πέρα απ’ την ανθρώπινη λογική, με παγωμένη την καρδιά και την ψυχή.

Κι όλοι μας μικροί και μεγάλοι, με πολλή προσοχή και κατάνυξη συμμετείχαμε στην ετοιμασία του μνημόσυνου.

Εμείς, τα παιδιά του δημοτικού και του γυμνασίου, στη ״Μουσική״, στους προσκόπους, στ’ αγήματα τιμής με το ״πομπικό״ βήμα, το αργόσυρτο, το πένθιμο, στ’ ανέβασμα του μονοπατιού, που πριν από μερικά χρόνια οι δικοί μας άνθρωποι διάβηκαν το ίδιο μονοπάτι, αυτό του μαρτυρίου.

Έτσι, όπως στη μνήμη δουλεύει το πέρασμα του χρόνου, εκείνη τη μέρα, στα πιο παλιά Καλάβρυτα, τα μισογκρεμισμένα σπίτια, τα χαλάσματα, λίγα χρόνια μετά την καταστροφή, έδιναν το δικό τους παρόν, διαχρονικοί κήρυκες, μοναδικά μνημεία, μάρτυρες μιας πράξης ύπουλης, μιας πράξης απέχθειας, μιας πράξης ντροπής.

Το κλίμα και το μήνυμα αυτής της μέρα, πιότερο το ζούσαμε και το καταλαβαίναμε, εμείς, τα παιδιά της γενιάς εκείνης, που σαν παιχνιδότοπο είχαμε αυτά τα χαλάσματα, όταν με το διάβα του χρόνου συνειδητοποιούσαμε το δράμα, που είχε παιχτεί στο κάθε απ’ αυτά τα καταστραμμένα σπίτια. Στο καθένα απ’ αυτά που είχε το δικό του κλάμα, τη δική του θλίψη, το δικό του πόνο.

Αιώνιος μάρτυρας το ρολόι του χρόνου, που διαλαλεί συνέχεια από το καμπαναριό της εκκλησιάς μας την πιο μαύρη στιγμή της μικρής, ηρωικής, μαρτυρικής μας πόλης.

Και κάτω απ’ αυτό το ρολόι φτιάχναμε την πομπή, Ξένος κόσμος και πολύς για να τιμήσει τους νεκρούς μας. Πολλοί και οι επίσημοι. Κι όλη η τελετή «φαντασμαγορική». Σ’ αυτή τη διαδικασία τελετής μνήμης, συμμετείχαμε κι εμείς. Είτε σαν αγήματα μαθητών ή προσκόπων ή σαν μουσικοί.

ΜΟΥΣΙΚΟΙ!!! Αυτά τα παιδιά, που με πολύ μεράκι και μεγάλη θέληση τη ״Μουσική μας״ είχαμε κάνει κομμάτι της ζωής μας. Κι είμαστε περήφανοι, μα πολύ περήφανοι γι’ αυτό!

…Κείνη τη μέρα, τον κάθε χρόνο, οδηγούσαμε την πομπή παίζοντας τα «Μαραμένα φύλλα» ή τη «Σοπέν» ή την «Ηρωική» ή … Κι οι πένθιμοι ήχοι αντιλαλούσαν στα γύρω υψώματα και μαζί μας ανέβαιναν το μονοπάτι προς του «Καπή».

Σε κείνο το μέρος, κείνα τα χρόνια, με το λιτό κι απέριττο κενοτάφιο, με τον ξύλινο σταυρό απ’ έξω και μέσα τα οστά των ηρωικών μαρτύρων μας. Κατανυκτικά, με ευλάβεια και σεβασμό, το μάτι πάντα στρεφόταν στην ομάδα των μαυροφορεμένων γυναικών! Στις δικές μας μανάδες, θείες, γιαγιάδες, αδελφές… πρώτες στη σειρά απ’ όλο τον κόσμο. Και πόσες πολλές που ήταν θεέ μου! Σήμερα, ο χρόνος κι ο κάθε είδους «επίσημος», «εξαφανίζουν» αυτές τις μαρτυρικές, ιστορικές μορφές απ’ τη θέση που τις πρέπει.

Ένα θλιβερό «οξύμωρο σχήμα» για την πιο «μαύρη μέρα της κατοχής», σε ένα τόσο ιστορικό, ηρωικό, μαρτυρικό μέρος, που της ιστορίας το δικαίωμα έχει καταλυθεί κι η θέση της αρχής και της ηθικής τάξης έχει παραμεριστεί.

Σε κείνο το μέρος, κείνα τα χρόνια, τα απλά χρόνια της μνήμης και της ανάμνησης, η ώρα έφερνε το βουβό δάκρυ, το παραπονιάρικο αναφιλητό και την πονεμένη ματιά.

Παράμερα εμείς, τα παιδιά της γενιάς εκείνης, συμπονούσαμε, συνειδητοποιούσαμε σιγά-σιγά, κατανοούσαμε τα άσχημα συναισθήματα π’ ένιωθαν οι δικές μας μαυροντυμένες γυναίκες και το μούδιασμα στο σώμα και το σφίξιμο στην καρδιά, παράσερνε και τη δική μας ύπαρξη.

Όμως το χτυποκάρδι κορυφωνόταν και το δάκρυ ασταμάτητα έτρεχε όταν η Βάσω Αναστοπούλου, το κορίτσι που γεννήθηκε αυτή τη μέρα, το κορίτσι της κατοχής, κείνα τα τόσο (!) συγκινητικά λόγια έλεγε.

Και συνέχιζαν τα παιδιά, τα μετά την κατοχή, τα μετά τον πόλεμο, τα δεκαεξάχρονα παιδιά, να λένε με ραγισμένη φωνή, στο προσκλητήριο των πεσόντων προς το Δήμαρχό μας :

  • Κύριε Δήμαρχε, αφανιστήκαμε. Ορφανέψαμε. Μας κατάστρεψαν. Σκότωσαν τους πατεράδες μας. Από τη συνοικία Αγίας Βαρβάρας ξέφυγαν το θάνατο, ο Τάκης Σαμαρτζόπουλος, ο Γιώργης Σαμοθρακίτης, ο Βασίλης Μποτώνης και ο Γιάννης Κώνστας.

  • Κύριε Δήμαρχε, καταστροφή στην πόλη. Κανείς δεν έμεινε. Από τη συνοικία Αγίας Τριάδας ζουν δύο: ο Γιώργης Αλεξόπουλος και ο Παναγιώτης Σαρανταυγάς.

  • Κύριε Δήμαρχε, η πόλη μας ρημώθηκε. Μας αφάνισαν. Από τη συνοικία Κοιμήσεως Θεοτόκου ζουν μόνο ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, ο Χρήστος Καρακάσης, ο Σταύρος Κωστόπουλος, ο Κώστας Μπελογιάννης και ο Γιώργης Γεωργαντάς.

  • Κύριε Δήμαρχε χαθήκαμε. Τους πατεράδες μας τους σκότωσαν όλους Από τη συνοικία Αγίας Αικατερίνης σώθηκαν μόνο ο Τάκης Σπηλιόπουλος και ο Αργύρης Φερλελής.

  • Παιδιά μου, οι πατεράδες μας, τ’ αδέλφια μας, τα παιδιά μας δε χάθηκαν. Έπεσαν για την πατρίδα και ζουν πάντα κοντά μας.

Ας είμαστε περήφανοι γι’ αυτούς μαζί με τις οικογένειές τους.

Είμαστε περήφανοι!

Θα είμαστε περήφανοι για πάντα!

Το νιώθαμε και το νιώθουμε βαθιά μέσα μας.

Η θύμηση, τέτοια μέρα π’ έρχεται και κρατά, μας κάνει να υψωνόμαστε, να ανεβαίνουμε, να φτάνουμε εκεί στ’ Άγιο Στερέωμα απ’ όπου ΑΥΤΟΙ μας ατενίζουν.

Αυτοί, που τα ονόματά τους ο αντίλαλος της δόξας συνέχεια φέρνει στ’ αυτιά και την καρδιά μας, χαραγμένα στην αιώνια μνήμη για πάντα!..

Αδαμοπούλου, Αγγελάκη, Αγρίου, Αλεξοπούλου, Αρφάνη, Βάγια, Γιοβά, Δαλιάνη, Δαφαλιά, Δημοπούλου, Θανοπούλου, Καποτά, Μαθιού, Μαντά!…

Θεόδωρος Θανόπουλος

(Πρώτη δημοσίευση Φ.τ.Κ., Νοέμβρης 1996, σελ. 11)